| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.055.234 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναστεναγμός |
0,02 sec. |
|
αναστεναγμός sigh soupir تنهيدة povzdech suk Seufzer suspiro huokaus uzdah sospiro ため息 한숨 zucht sukk westchnienie suspiro вздох suck การถอนหายใจ iç çekme tiếng thở dài 叹息声 ουσ α αναστεναγμός [anastenaɣ'mos] εκπνοή που εκφράζει στενοχώρια soupir βγάζω έναν αναστεναγμό ανακούφισης pousser un soupir de soulagement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|