αναστηλώνω

Μεταφράσεις

αναστηλώνω

restore, erect, raise (anasti'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επισκευάζω ερείπιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close