| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.591.028 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανατινάζω |
0,02 sec. |
|
ανατινάζω blow up, detonate ينفخ vybouchnout sprænge i luften aufblasen estallar räjähtää exploser povećati gonfiare 爆破する 폭발하다 opblazen sprenge wysadzić w powietrze explodir разрушать explodera เป่าให้ไฟลุก havaya uçurmak nổ tung 爆炸 ρ μεσοπαθ ανατινάζω [anati'nazo] καταστρέφω κτ με έκρηξη faire sauter/exploser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|