| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.940.060 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανατολικός |
0,01 sec. |
|
ανατολικός östlich eastern, east, oriental orienta oriental מזרחי orientale شرقى, شرقي východní østlig del este, oriental itä-, itäinen istočan, istočnjački 東の 동쪽의 oostelijk østlig wschodni oriental восточный östlig, östra เกี่ยวกับทิศตะวันออก doğu hướng đông, phía đông 东方的 επίθ α / θ / ουδ ανατολικός, ανατολική, ανατολικό [anatoli'kos, anatoli'ci, anatoli'ko] 2 από την ανατολή de (l')est ανατολικός άνεμος un vent d'est 3 σχετικός με χώρες της Ανατολής oriental/-ale o ανατολικός πολιτισμός la civilisation orientale επίρρ ανατολικά [anatoli'ka] προς την ανατολή à l'estvers l'est Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|