ανατρέπω

Μεταφράσεις

ανατρέπω

defeat, frustrate, invert, nullify, subvert, topple, tipيُعْطِيُ بَقْشِيشاً لdát spropitnégive drikkepengekippendar propinaantaa tippiädonner un pourboirenagnutidare la manciaチップをやる(...을) 기울이다fooi gevenvippeprzechylićdar gorjetaнаклонятьtippaให้เงินรางวัลbahşiş vermekboa给小费 (ana'trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αναποδογυρίζω, τουμπάρω κτ ή κπ To κύμα ανέτρεψε τη βάρκα.
2. καταργώ ανατρέπω κυβέρνηση ανατρέπω επιχείρημα
3. μεταφορικά αλλάζω ανατρέπω το πρόγραμμα κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close