Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.042.765 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανατρέπω

0,03 sec.
ανατρέπω defeat, frustrate, invert, nullify, subvert, topple, tip يَميل naklonit tippe kippen ladear kallistaa pencher nagnuti inclinare 傾ける (...을) 기울이다 doen kantelen vippe przechylić inclinar наклонять tippa ทำให้เอียง devirmek nghiêng 倾斜
ρ μετβ ανατρέπω [ana'trepo]
1 αναποδογυρίζω, τουμπάρω κτ ή κπ renverserchavirer
To κύμα ανέτρεψε τη βάρκα. La vague a renversé la barque.
2 καταργώ renverser
ανατρέπω κυβέρνηση renverser un gouvernement
ανατρέπω επιχείρημα renverser un argument
3 αλλάζω chamboulerbouleverser
ανατρέπω το πρόγραμμα κάποιου chambouler le programme de qqn
ρ μεσοπαθ ανατρέπομαι [ana'trepome]
αναποδογυρίζω se renverser
Το φορτηγό ανατράπηκε. Le camion s'est renversé.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.