Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.551.316 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανατρέφω
(προωθήθηκε από ανατρέφομαι)

0,01 sec.
ανατρέφω foster, raise, rear, bring up يُربي, يُعزز předložit, vzít do opatrování opdrage, opfostre ein Kind in Pflege nehmen, großziehen colocar en una familia de acogida, sacar adelante kasvattaa, kasvattaa kasvattilasta évoquer, prendre en placement njegovati, odgojiti educare, prendere in affidamento 育てる, 養育する 위탁 양육하다, 키우다 koesteren, naar boven brengen fostre, ta opp wychować criar, criar o filho de alguém воспитывать, растить fostra, ta up เลี้ยงดู, เลี้ยงดูเด็ก koruyucu aile olmak, yetiştirmek nuôi dưỡng 养育, 培养
ρ μετβ ανατρέφω [ana'trefo]
μεγαλώνω κπ élever
Ανέθρεψε πέντε παιδιά. Elle a élevé cinq enfants.
ρ μεσοπαθ ανατρέφομαι [ana'trefome]
μεγαλώνω étendre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.