| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.756.138 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανατρέχω |
0,02 sec. |
|
ανατρέχω consult, look up يَرفَع بصره vyhledat slå op hinaufblicken ir a ver tarkistaa admirer gledati uvis consultare un libro 調べる 찾아보다 opzoeken se opp podnieść oczy levantar os olhos искать (в справочнике) slå upp ค้นหาศัพท์หรือข้อมูล bakmak nhìn lên 查寻 ρ αμετβ ανατρέχω [ana'trexo] 1 επανέρχομαι remonter à 2 συμβουλεύομαι κείμενο recourir àavoir recours à ανατρέχω σε λεξικό avoir recours au dictionnaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|