ανατρέχω

Μεταφράσεις

ανατρέχω

consult, go backيَرْجِعُdatovat segå tilbagezurückgehenvolverpalataremonterpotjecati izrisalire戻る(…)로 거슬러 올라가다teruggaandra tilbakewrócićdatar, voltarбрать началоgå tillbakaกลับไปgeri gitmekquay lại回去 (ana'trexo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. επανέρχομαι ανατρέχω στο παρελθόν
2. συμβουλεύομαι κείμενο ανατρέχω σε λεξικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close