ανατρεπτικός

(προωθήθηκε από ανατρεπτική)
Μεταφράσεις

ανατρεπτικός

(anatrepti'kos) αρσενικό

ανατρεπτική

(anatrepti'ci) θηλυκό

ανατρεπτικό

subversif (anatrepti'ko) ουδέτερο
επίθετο
επαναστατικός ανατρεπτικό στοιχείο ανατρεπτικές ιδέες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close