| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.658.501 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανατριχιάζω |
0,02 sec. |
|
ανατριχιάζω avoir la chair de poule, tressaillir bristle, shudder يَنتفِض otřást (se) skælve schaudern estremecerse puistattaa stresti se fremito 身震いする 떨다 huiveren grøsse zadrżeć estremecer содрогаться rysa สั่นระริกด้วยความกลัว korkuyla titremek run bắn lên 战栗 ρ αμετβ ανατριχιάζω [anatri'çazo] σηκώνονται οι τρίχες μου frissonneravoir la chair de poule ανατριχιάζω από ψύχραφόβοευχαρίστηση frissonner de froid/de peur/de plaisir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|