ανατριχιάζω

Μεταφράσεις

ανατριχιάζω

avoir la chair de poule, tressaillirbristle, shudderيَنْتَفِضُtřást seskælveschaudernestremecersepuistattaastresti sefremito身震いする떨다huiverengrøssezadrżećestremecerсодрогатьсяrysaสั่นระริกด้วยความกลัวkorkuyla titremekrun bắn lên战栗 (anatri'çazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
σηκώνονται οι τρίχες μου ανατριχιάζω από ψύχραφόβοευχαρίστηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close