| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.482.712 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανατροπή |
0,02 sec. |
|
ανατροπή renversement overthrow ουσ θ ανατροπή [anatro'pi] 1 αναποδογύρισμα renversement; chavirement ανατροπή φορτηγού le renversement d'un camion 2 βίαιη κατάργηση renversement ανατροπή καθεστώτος le renversement d'un régime 3 διαταραχή annulation; renversement ανατροπή αξιών le renversement des valeurs Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|