αναχρονιστικός

(προωθήθηκε από αναχρονιστική)
Μεταφράσεις

αναχρονιστικός

(anaxronisti'kos) αρσενικό

αναχρονιστική

(anaxronisti'ci) θηλυκό

αναχρονιστικό

anachronistic (anaxronisti'ko) θηλυκό
επίθετο
ξεπερασμένος αναχρονιστικό σύστημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close