ανεβάζω

Μεταφράσεις

ανεβάζω

boost, stage (ane'vazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. φέρνω πιο ψηλά ανεβάζω το γιακά μου
2. μεταφέρω κτ ή κπ σε πιο ψηλό σημείο ανεβάζω κτ στη σοφίτα
εκτιμώ υπερβολικά κπ
3. συνοδεύω κπ σε ψηλότερο σημείο Oι φωνές τους με ανέβασαν στον τρίτο όροφο.
4. δυναμώνω ανεβάζω τον ήχο
5. αυξάνω ανεβάζω τις τιμές ανεβάζω την πίεση κάποιου
6. καλυτερεύω κτ ανεβάζω το επίπεδο
7. παρουσιάζω ανεβάζω θεατρικό έργο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close