Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.959.286 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανεβάζω

0,01 sec.
ανεβάζω boost, stage
ρ μετβ ανεβάζω [ane'vazo]
1 φέρνω πιο ψηλά remonter
ανεβάζω το γιακά μου remonter son col
2 μεταφέρω κτ ή κπ σε πιο ψηλό σημείο monter
ανεβάζω κτ στη σοφίτα monter qqch au grenier
3 συνοδεύω κπ σε ψηλότερο σημείο faire monter qqn
Oι φωνές τους με ανέβασαν στον τρίτο όροφο. Leurs cris m'ont fait monter au troisième étage.
4 δυναμώνω hausserélever
ανεβάζω τον ήχο hausser le son
5 αυξάνω augmenters'accroître
ανεβάζω τις τιμές augmenter les prix
ανεβάζω την πίεση κάποιου faire monter la tension à qqn
6 καλυτερεύω κτ augmenter
ανεβάζω το επίπεδο augmenter le niveau
7 παρουσιάζω présenter
ανεβάζω θεατρικό έργο monter une pièce de théâtre
ανεβάζω κπ στα ύψη
εκτιμώ υπερβολικά κπ porter qqn aux nues


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.