| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.259.756 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεβαίνω |
0,06 sec. |
|
ανεβαίνω ascend, get on, rise, climb, mount, go up monter يَرتفِع vystoupit gå op hinaufgehen subir nousta popeti se salire 上がる 올라가다 omhooggaan stige pójść na górę subir подниматься gå upp ขึ้นไป yükselmek đi lên 增长 ρ μετβ ανεβαίνω [ane'veno] ρ αμετβ ανεβαίνω 1 πάω πιο ψηλά monter ανεβαίνω με δυσκολία monter avec difficulté 2 επιβιβάζομαι monter 5 αυξάνομαι se multiplier οι τιμές ανεβαίνουν les prix augmentent η θερμοκρασία ανεβαίνει la température monte 6 προβιβάζομαι avancerprogresser ανεβαίνω επαγγελματικά avancer professionnellement 7 παρουσιάζομαι monter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|