ανεγείρω

Μεταφράσεις

ανεγείρω

erect, build, construct (ane'ʝiro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χτίζω, στήνω ανεγείρω μνημείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close