ανειδίκευτος

Μεταφράσεις

ανειδίκευτος

(ani'ðikeftos) αρσενικό

ανειδίκευτη

(ani'ðikefti) θηλυκό

ανειδίκευτο

non-spécialiste, non qualifiéغَيْرُ مَاهِرnekvalifikovanýufaglærtungelerntunskilledno calificado, no cualificado, no calificadosammattitaidotonnevještnon specializzato熟練していない미숙한ongeschooldufaglærtniewykwalifikowanynão especializado, não qualificadosнеквалифицированныйoutbildadไม่มีความชำนาญniteliksizkhông có chuyên môn不熟练的 (ani'ðikefto) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς ειδικότητα ανειδίκευτος εργάτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close