ανεκμετάλλευτος

Μεταφράσεις

ανεκμετάλλευτος

(anekme'taleftos) αρσενικό

ανεκμετάλλευτη

(anekme'talefti) θηλυκό

ανεκμετάλλευτο

(anekme'talefto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει αξιοποιηθεί ανεκμετάλλευτο κεφάλαιο ανεκμετάλλευτες δυνατότητες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close