ανεκπλήρωτος

(προωθήθηκε από ανεκπλήρωτη)
Μεταφράσεις

ανεκπλήρωτος

(anek'plirotos) αρσενικό

ανεκπλήρωτη

(anek'pliroti) θηλυκό

ανεκπλήρωτο

(anek'pliroto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έγινε ποτέ ανεκπλήρωτη επιθυμία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close