ανεκτίμητος

(προωθήθηκε από ανεκτίμητο)
Μεταφράσεις

ανεκτίμητος

(ane'ktimitos) αρσενικό

ανεκτίμητη

(ane'ktimiti) θηλυκό

ανεκτίμητο

invaluable, priceless無價无价безценен귀중한لا تقدر بثمن (ane'ktimito) ουδέτερο
επίθετο
με τεράστια αξία ανεκτίμητη κληρονομιά ανεκτίμητη φιλία ανεκτίμητο δώρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close