| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.444.584 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεκτίμητος |
0,01 sec. |
|
ανεκτίμητος invaluable, priceless επίθ α / θ / ουδ ανεκτίμητος, ανεκτίμητη, ανεκτίμητο [ane'ktimitos, ane'ktimiti, ane'ktimito] με τεράστια αξία inestimable ανεκτίμητη κληρονομιά un héritage inestimable ανεκτίμητη φιλία une amitié inestimable ανεκτίμητο δώρο un don inappréciable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|