ανεκτικός

(προωθήθηκε από ανεκτικό)
Μεταφράσεις

ανεκτικός

(anekti'kos) αρσενικό

ανεκτική

(anekti'ci) θηλυκό

ανεκτικό

tolerantمُتَسَامِحtolerantnítoleranttoleranttolerantesuvaitsevainentoléranttolerantantollerante寛容な관대한toleranttoleranttolerancyjnytoleranteтерпимыйtolerantที่มีความอดทนhoşgörülübao dung宽恕的, 宽容寬容סובלני (anekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
υπομονετικός ανεκτικοί γονείς είμαι ανεκτικός με κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close