| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.481.240 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανελέητος |
0,02 sec. |
|
ανελέητος impitoyable grim, ruthless επίθ α / θ / ουδ ανελέητος, ανελέητη, ανελέητο [ane'leitos, ane'leitos, ane'leito] που δε δείχνει οίκτο impitoyable ανελέητος εχθρός un ennemi impitoyable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|