| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.988.271 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεμιστήρας |
0,02 sec. |
|
ανεμιστήρας fan ventilateur Ventilator مروحة ventilátor fan ventilador tuuletin ljubitelj ventilatore 扇風機 선풍기 ventilator vifte wentylator ventilador, ventoinha вентилятор fläkt พัดลม vantilatör quạt 扇子 ουσ α ανεμιστήρας [anemi'stiras] μηχάνημα που κάνει αέρα ventilateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|