Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.755.625 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανεμόπτερο

0,01 sec.
ανεμόπτερο glider, gliding
ανεμόπτερο التحليق في الجو
ανεμόπτερο bezmotorové létání
ανεμόπτερο svæveflyvning
ανεμόπτερο Gleiten
ανεμόπτερο vuelo sin motor
ανεμόπτερο purjelento
ανεμόπτερο vol plané
ανεμόπτερο let bez motora
ανεμόπτερο volo planato
ανεμόπτερο グライダー競技
ανεμόπτερο 활공
ανεμόπτερο zweefvliegsport
ανεμόπτερο glideflyging
ανεμόπτερο szybownictwo
ανεμόπτερο voo com planador, vôo com planador
ανεμόπτερο планеризм
ανεμόπτερο segelflygning
ανεμόπτερο การร่อน
ανεμόπτερο planörle uçma
ανεμόπτερο môn tàu lượn
ανεμόπτερο 滑行


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.