| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.694.430 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανεξάντλητος |
0,02 sec. |
|
|
ανεξάντλητος inexhaustible
επίθ α / θ / ουδ ανεξάντλητος, ανεξάντλητη, ανεξάντλητο [ane'xandlitos, ane'xandliti, ane'xandlito] που δεν τελειώνει ποτέ inépuisableintarissable ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης une source d'inspiration intarissable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|