ανεξέλεγκτος

(προωθήθηκε από ανεξέλεγκτη)
Μεταφράσεις

ανεξέλεγκτος

(ane'xeleŋgtos) αρσενικό

ανεξέλεγκτη

(ane'xeleŋgti) θηλυκό

ανεξέλεγκτο

uncontrolled, unchecked, uncontrollableلا يـُمْكِنُ التَّحَكُّمُ فيهnezadržitelnýukontrollabelunkontrollierbarincontrolablehallitsematonincontrôlableneobuzdanincontrollabile制御できない통제할 수 없는onbeheerstukontrollerbarnieposkromionyincontrolávelнеуправляемыйokontrolleradที่ควบคุมไม่ได้kontrol edilemezkhông thể kiềm chế无法控制的 (ane'xeleŋgto) ουδέτερο
επίθετο
που είναι εκτός ελέγχου ανεξέλεγκτες κινήσεις γίνομαι ανεξέλεγκτος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close