ανεξήγητος

(προωθήθηκε από ανεξήγητη)
Μεταφράσεις

ανεξήγητος

(ane'ksiʝitos) αρσενικό

ανεξήγητη

(ane'ksiʝiti) θηλυκό

ανεξήγητο

unerklärlichinexplicableinexplicable (ane'ksiʝito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι κατανοητός ανεξήγητη συμπεριφορά ανεξήγητος θάνατος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close