| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.697.678 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανεξήγητος |
0,03 sec. |
|
|
ανεξήγητος unerklärlich inexplicable inexplicable
επίθ α / θ / ουδ ανεξήγητος, ανεξήγητη, ανεξήγητο [ane'ksiʝitos, ane'ksiʝiti, ane'ksiʝito] που δεν είναι κατανοητός inexplicableinexpliqué/-ée ανεξήγητη συμπεριφορά une conduite inexplicable ανεξήγητος θάνατος une mort inexpliquée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|