ανεξίτηλος

Μεταφράσεις

ανεξίτηλος

(ane'ksitilos) αρσενικό

ανεξίτηλη

(ane'ksitili) θηλυκό

ανεξίτηλο

indelible (ane'ksitilo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν ξεθωριάζει ένα ανεξίτηλο χρώμα
2. μεταφορικά που δεν ξεχνιέται ανεξίτηλες αναμνήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close