| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.608.606 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεξίτηλος |
0,01 sec. |
|
ανεξίτηλος indelible επίθ α / θ / ουδ ανεξίτηλος, ανεξίτηλη, ανεξίτηλο [ane'ksitilos, ane'ksitili, ane'ksitilo] 1 που δεν ξεθωριάζει indélébile ένα ανεξίτηλο χρώμα une couleur indélébile 2 που δεν ξεχνιέται inoubliable ανεξίτηλες αναμνήσεις des souvenirs indélébiles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|