| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.698.428 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανεξαρτησία |
0,01 sec. |
|
|
ανεξαρτησία Unabhängigkeit independence indépendance استقلال nezávislost uafhængighed independencia itsenäisyys nezavisnost indipendenza 独立 독립 onafhankelijkheid uavhengighet niezależność independência независимость självständighet อิสรภาพ bağımsızlık nền độc lập 独立 независимост 獨立 עצמאות
ουσ θ ανεξαρτησία [anexarti'sia] αυτονομία indépendance αναγνωρίζω την ανεξαρτησία κάποιου reconnaître l'indépendance de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|