| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.300.590 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεπάρκεια |
0,02 sec. |
|
ανεπάρκεια deficiency, insufficiency, inadequacy, shortage ανεπάρκεια nesufiĉo ανεπάρκεια insuffisance, pénurie ανεπάρκεια عجز ανεπάρκεια nedostatek ανεπάρκεια mangel ανεπάρκεια Knappheit ανεπάρκεια escasez ανεπάρκεια pula ανεπάρκεια nestašica ανεπάρκεια carenza ανεπάρκεια 不足 ανεπάρκεια 부족 ανεπάρκεια tekort ανεπάρκεια mangel ανεπάρκεια niedobór ανεπάρκεια escassez ανεπάρκεια дефицит ανεπάρκεια brist ανεπάρκεια การขาดแคลน ανεπάρκεια yokluk ανεπάρκεια sự thiếu ανεπάρκεια 短缺 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|