ανεπίσημος

(προωθήθηκε από ανεπίσημη)
Μεταφράσεις

ανεπίσημος

(ane'pisimos) αρσενικό

ανεπίσημη

(ane'pisimi) θηλυκό

ανεπίσημο

unofficial, informal, casualneoficialaغَيْرُ رَسْمِيّ, غَيْرُ رَسْمِيٌّneformální, neoficiálníuformel, uofficielinoffiziellextraoficial, informalepävirallineninformel, officieuxneformalan, neslužbeninformale形式ばらない, 非公認の비공식의, 비공식적인informeel, onofficieeluformell, uoffisiellnieformalny, nieoficjalnyinformal, não oficialнеофициальный, неформальныйinformell, inofficiellไม่เป็นทางการresmi olmayan, teklifsizkhông chính thức, thân mật非官方的, 非正式的 (ane'pisimo) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται χωρίς τους τύπους ανεπίσημη συνάντηση
2. που ανακοινώνεται χωρίς δέσμευση ανεπίσημη δήλωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close