| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.197.249 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεπαίσθητος |
0,02 sec. |
|
ανεπαίσθητος طفيف, مُهذّب detailní, drobný lille, subtil fein, gering slight, subtle leve, sutil hienovarainen, vähäinen mince, subtil malen, suptilan esile, sottile わずかな, 微妙な 미묘한, 약간의 subtiel, tenger subtil, ubetydelig niewielki, subtelny leve, subtil, sutil едва различимый, незначительный liten, subtil เล็กน้อยมาก, ซึ่งบอกเป็นนัยๆ az, belli belirsiz ít, khó thấy 微妙的, 略微的 επίθ α / θ / ουδ ανεπαίσθητος, ανεπαίσθητη, ανεπαίσθητο [ane'pesθitos, ane'pesθiti, ane'pesθito] ελάχιστα αισθητός imperceptible ανεπαίσθητος θόρυβος un bruit imperceptible ανεπαίσθητη διαφορά une différence insensible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|