| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.712.219 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανεπανόρθωτος |
0,01 sec. |
|
|
ανεπανόρθωτος irreparable irréparable
επίθ α / θ / ουδ ανεπανόρθωτος, ανεπανόρθωτη, ανεπανόρθωτο [anepa'norθotos, anepa'norθoti, anepa'norθoto] που δε διορθώνεται irréparableirrémédiable ανεπανόρθωτο λάθος une erreur irréparable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|