| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.324.358 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεπανόρθωτος |
0,03 sec. |
|
ανεπανόρθωτος irreparable irréparable επίθ α / θ / ουδ ανεπανόρθωτος, ανεπανόρθωτη, ανεπανόρθωτο [anepa'norθotos, anepa'norθoti, anepa'norθoto] που δε διορθώνεται irréparableirrémédiable ανεπανόρθωτο λάθος une erreur irréparable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|