ανεπιφύλακτος

Μεταφράσεις

ανεπιφύλακτος

unreserved, unconditional

ανεπιφύλακτος

sans réserve, inconditionnel

ανεπιφύλακτος

بِدُونِ شَرْط

ανεπιφύλακτος

bezpodmínečný

ανεπιφύλακτος

betingelsesløs

ανεπιφύλακτος

bedingungslos

ανεπιφύλακτος

incondicional

ανεπιφύλακτος

ehdoton

ανεπιφύλακτος

bezuvjetan

ανεπιφύλακτος

incondizionato

ανεπιφύλακτος

無条件の

ανεπιφύλακτος

무조건적인

ανεπιφύλακτος

onvoorwaardelijk

ανεπιφύλακτος

ubetinget

ανεπιφύλακτος

bezwarunkowy

ανεπιφύλακτος

incondicional

ανεπιφύλακτος

безоговорочный

ανεπιφύλακτος

ovillkorlig

ανεπιφύλακτος

ที่ไม่มีเงื่อนไข

ανεπιφύλακτος

koşulsuz

ανεπιφύλακτος

vô điều kiện

ανεπιφύλακτος

无条件的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close