Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.236.972 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανεπιφύλακτος

0,24 sec.
ανεπιφύλακτος unreserved, unconditional
ανεπιφύλακτος sans réserve, inconditionnel
ανεπιφύλακτος غير مشروط
ανεπιφύλακτος bezpodmínečný
ανεπιφύλακτος betingelsesløs
ανεπιφύλακτος bedingungslos
ανεπιφύλακτος incondicional
ανεπιφύλακτος ehdoton
ανεπιφύλακτος bezuvjetan
ανεπιφύλακτος incondizionato
ανεπιφύλακτος 無条件の
ανεπιφύλακτος 무조건적인
ανεπιφύλακτος onvoorwaardelijk
ανεπιφύλακτος ubetinget
ανεπιφύλακτος bezwarunkowy
ανεπιφύλακτος incondicional
ανεπιφύλακτος безоговорочный
ανεπιφύλακτος ovillkorlig
ανεπιφύλακτος ที่ไม่มีเงื่อนไข
ανεπιφύλακτος koşulsuz
ανεπιφύλακτος vô điều kiện
ανεπιφύλακτος 无条件的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.