ανεπτυγμένος

(προωθήθηκε από ανεπτυγμένο)
Μεταφράσεις

ανεπτυγμένος

(aneptiɣ'menos) αρσενικό

ανεπτυγμένη

(aneptiɣ'meni) θηλυκό

ανεπτυγμένο

開発utvecklatdevelopedontwikkeldentwickeltsviluppato개발udvikletdesenvolvido (aneptiɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει αναπτυχθεί, εξελιχθεί οι ανεπτυγμένες χώρες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close