ανερχόμενος

(προωθήθηκε από ανερχόμενη)
Μεταφράσεις

ανερχόμενος

(aner'xomenos) αρσενικό

ανερχόμενη

(aner'xomeni) θηλυκό

ανερχόμενο

ascendant, budding, emerging (aner'xomeno) ουδέτερο
επίθετο
που εξελίσσεται συνέχεια ανερχόμενο αστέρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close