| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.289.549 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανεφοδιάζω |
0,02 sec. |
|
ανεφοδιάζω replenish, refuel يُزود بوقود إضافي natankovat tanke op auftanken repostar tankata faire le plein ponovo opskrbiti gorivom rifornire di carburante 燃料を補給する 연료를 보급하다 bijtanken tanke opp znów zatankować reabastecer дозаправиться tanka เติมเชื้อเพลิง yakıt ikmali yapmak tiếp nhiên liệu 补给燃料 ρ μετβ ανεφοδιάζω [anefoði'azo] παρέχω πολεμικό ή άλλο υλικό ravitaillerréapprovisionner ρ μεσοπαθ ανεφοδιάζομαι [anefoði'azome] s'approvisionner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|