ανεφοδιάζω

Μεταφράσεις

ανεφοδιάζω

replenish, refuelيُزَوِّدُ بِوُقُودٍ إضَافِيّnatankovattanke opauftankenrepostartankatafaire le pleinponovno se opskrbiti gorivomrifornire di carburante燃料を補給する연료를 보급하다bijtankentanke oppznów zatankowaćreabastecerдозаправитьсяtankaเติมเชื้อเพลิงyakıt ikmali yapmaktiếp nhiên liệu补给燃料 (anefoði'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παρέχω πολεμικό ή άλλο υλικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close