Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.146.548 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανησυχία

0,01 sec.
ανησυχία concern, worry, anxiety, apprehension, dismay, disquiet zorgo inquiétude, souci, anxiété اهتمام, توق شديد obava, úzkost angst, bekymring Ängstlichkeit, Besorgnis ansiedad, preocupación ahdistus, huoli briga, tjeskoba ansia, preoccupazione 心配 걱정, 불안 angst, bezorgdheid bekymring, engstelse niepokój ansiedade, preocupação беспокойство ängslan, bekymmer ความกังวล, ความวิตกกังวล endişe, ilgi sự lo lắng 关心, 焦虑
ουσ θ ανησυχία [anisi'çia]
1 φόβος, ανασφάλεια inquiétude
εκφράζω την ανησυχία μου για κπ exprimer son inquiétude pour qqn
2 ταραχή, αγωνία inquiétude
κοιτάω κπ με ανησυχία regarder qqn avec inquiétude
ουσ θ πληθυντικός ανησυχίες [anisi'çies] ενδιαφέροντα nourriture
έχω καλλιτεχνικές ανησυχίες avoir des préoccupations artistiques


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.