Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.124.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανησυχητικός

0,03 sec.
ανησυχητικός مزعج, مقلق znepokojující alarmerende, bekymrende beunruhigend alarming, worrying alarmante, preocupante hälyttävä, huolestuttava alarmant, inquiétant brižan, uznemirujući allarmante, preoccupante 気がもめる, 警戒心をいだかせる 걱정되는, 놀라운 alarmerend, zorgwekkend illevarslende, urovekkende niepokojący, zatrważający alarmante, preocupante волнующий, тревожный oroande, oroväckande ซึ่งน่าตกใจ, สาเหตุของความวิตกกังวล endişe verici, ürkütücü đáng ngại, gây lo lắng 令人担忧, 令人担忧的
επίθ α / θ / ουδ ανησυχητικός, ανησυχητική, ανησυχητικό [anisiçiti'kos, anisiçiti'ci, anisiçiti'ko]
που προκαλεί ανασφάλεια, φόβο inquiétant/-antealarmant/-ante
ανησυχητικό σύμπτωμα un symptôme inquiétant
ανησυχητική είδηση une nouvelle alarmante


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.