ανθεκτικός

(προωθήθηκε από ανθεκτική)
Μεταφράσεις

ανθεκτικός

(anθekti'kos) αρσενικό

ανθεκτική

(anθekti'ci) θηλυκό

ανθεκτικό

durable, resistant, resilient, sturdyrésistant (anθekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε χαλάει ανθεκτικά παπούτσια
2. που δε χάνει εύκολα δυνάμεις ανθεκτικό παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close