| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.928.827 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανθρωπιστικός |
0,07 sec. |
|
ανθρωπιστικός humanist, humanistic, humanitarian, humane humanitaire مُحسِن humanitární humanitær Menschenrechtler humanitario humanitaarinen humanitaran umanitario 人道主義の 인도주의자 humanitair humanitær humanitarny humanitário гуманный humanitär มีมนุษยธรรม hümanist nhân đạo 人道主义的 επίθ α / θ / ουδ ανθρωπιστικός, ανθρωπιστική, ανθρωπιστικό [anθropisti'kos, anθropisti'ci, anθropisti'ko] φιλανθρωπικός humanitaire ανθρωπιστική βοήθεια une aide humanitaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|