ανθρωπιστικός

Μεταφράσεις

ανθρωπιστικός

(anθropisti'kos) αρσενικό

ανθρωπιστική

(anθropisti'ci) θηλυκό

ανθρωπιστικό

humanitarian, humanist, humanistic, humanehumanitaireإِنْسَانِيٌّhumanitárníhumanitærMenschenrechtlerhumanitario, humanitariahumanitaarinenhumanitaranumanitario人道主義の인도주의자humanitairhumanitærhumanitarnyhumanitárioгуманныйhumanitärมีมนุษยธรรมhümanistnhân đạo人道主义的ההומניטארי (anθropisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
φιλανθρωπικός ανθρωπιστική βοήθεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close