| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.472.046 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανθρώπινος |
0,01 sec. |
|
ανθρώπινος menschlich human humain человеческий بَشَري lidský menneskelig humano ihmis- ljudski umano 人間の 사람의 menselijk menneskelig człowiek humano mänsklig เกี่ยวกับมนุษย์ insan thuộc loài người 人类的 επίθ α / θ / ουδ ανθρώπινος, ανθρώπινη, ανθρώπινο [an'θropinos, an'θropini, an'θropino] 1 που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο humain/-aine ανθρώπινες αδυναμίες les faiblesses humaines 2 που έγινε για τον άνθρωπο de l'homme ανθρώπινα δικαιώματα les droits de l'homme 4 που σέβεται τον άνθρωπο humain/-aine ανθρώπινες συνθήκες des conditions humaines ανθρώπινη μεταχείριση un traitement humain Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|