ανθυγιεινός

(προωθήθηκε από ανθυγιεινή)
Μεταφράσεις

ανθυγιεινός

(anθiʝii'nos) αρσενικό

ανθυγιεινή

(anθiʝii'ni) θηλυκό

ανθυγιεινό

unhealthy, insalubrious, unhealthful, unwholesomeغَيْرُ صِحِّيّnezdravýusundungesundinsalubre, insalubresepäterveellinenmalsainnezdravmalsano不健康な병약한ongezondusunnniezdrowynão saudávelнездоровыйohälsosamผิดหลักอนามัยsağlıksızốm yếu不健康的, 不健康不健康 (anθiʝii'no) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει κακό στην υγεία ανθυγιεινές συνθήκες ανθυγιεινές συνήθειες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close