| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.099.925 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανθυγιεινός |
0,04 sec. |
|
ανθυγιεινός insalubrious, unhealthful, unhealthy, unwholesome غير صحي nezdravý usund ungesund insalubre epäterveellinen malsain nezdrav malsano 不健康な 병약한 ongezond usunn niezdrowy não saudável нездоровый ohälsosam ผิดหลักอนามัย sağlıksız ốm yếu 不健康的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|