ανιδιοτελής

(προωθήθηκε από ανιδιοτελές)
Μεταφράσεις

ανιδιοτελής

(aniðjote'lis) αρσενικό-θηλυκό

ανιδιοτελές

désintéressé, affectueuxunselfish (aniðjote'les) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς προσωπικό συμφέρον μία ανιδιοτελής προσφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close