| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.451.797 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανιδιοτελής |
0,03 sec. |
|
ανιδιοτελής désintéressé, affectueux unselfish επίθ α/θ / ουδ ανιδιοτελής, ανιδιοτελές [aniðjote'lis, aniðjote'les] χωρίς προσωπικό συμφέρον désintéressé/-ée μία ανιδιοτελής προσφορά une offre désintéressée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|