| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.107.859 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανικανοποίητος |
0,06 sec. |
|
ανικανοποίητος επίθ α / θ / ουδ ανικανοποίητος, ανικανοποίητη, ανικανοποίητο [anikano'piitos, anikano'piiti, anikano'piito] 1 που δεν πραγματοποιείται en suspens 2 που θέλει περισσότερα insatisfait/-aite ανικανοποίητος πελάτης un client insatisfait μένω ανικανοποίητος demeurer insatisfait Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|