| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.783.355 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανικανότητα |
0,03 sec. |
|
ανικανότητα incapacité неспособность disability ουσ θ ανικανότητα [anika'notita] έλλειψη ικανότητας incapacité; incompétence Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|