| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.757.874 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανισόπεδος |
0,01 sec. |
|
|
ανισόπεδος
επίθ α / θ / ουδ ανισόπεδος, ανισόπεδη, ανισόπεδο [ani'sopeðos, ani'sopeði, ani'sopeðo] που δε βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο de niveau différent μία ανισόπεδη διάβαση un passage à niveau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|